Γράφει ο Βασίλειος Ζαγκότας Σύμβουλος Εκπαίδευσης Π.Ε. Αιτωλοακαρνανίας
29/5/1453
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διήρκεσε 1.129 χρόνια. Το όνοµα «βυζαντινή» το έλαβε από τους ιστορικούς μόλις τον 18ο αιώνα. Μέχρι τότε προσδιοριζόταν ως «κράτος» η «αυτοκρατορία των Ρωμαίων». Κληρονόµος της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο διαδραμάτισε πολύ σπουδαιο ρολο στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού με σκηνικό την Νέα Ρωμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την Κωνσταντινούπολη, το έργο αποδείχτηκε από την αρχή ζουµερό: εξουσία, ίντριγκες, δολοφονίες, διπλωματία, λυκοφιλίες, έρωτες. Με εξαιρετικούς πρωταγωνιστές, η παράσταση κράτησε πάνω από 1.000 χρόνια. Και τους πρώτους µήνες του 1453 παιζοταν η τελευταία πράξη: στη σκηνή οι πρωταγωνιστές ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο Μωάμεθ Β.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν τότε 48 ετών. Γιος του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάση, πριγκίπισσας της Σερβιας, ανέλαβε διοικητικά πόστα µέχρι το 1443 οπότε ηγήθηκε του Δεσποτάτου του Μυστρά, το οποίο επεξέτεινε. Το 1448 γίνεται αυτοκράτορας του Βυζαντίου, που τότε είχε ως πενιχρή επικράτειά του την παρακµάζουσα Κωνσταντινούπολη, τα νησιά του Αιγαίου και ορισμένες παραθαλάσσιες πόλεις του Πόντου. Ο έτερος πρωταγωνιστής, ο Μωάμεθ, 21 ετών τότε, αφου έκλεισε όλα τα µέτωπα του κράτους του, στράφηκε εναντίον της Κωνσταντινούπολης, αφενός γιατί επρόκειτο για το όνειρο πολλών σουλτάνων σχετικό µε παλιές προφητείες, αφετέρου επειδή µέσα στην πόλη είχαν καταφύγει αρκετοί διεκδικητές του οθωμανικού θρόνου που έπρεπε να βγουν από τη µέση.
Η πρώτη δουλειά του Κωνσταντίνου µε την έλευσή του στην Πόλη ήταν η επισκευή των τειχών και η βάθυνση της τάφρου. Ταυτόχρονα, ήρθε σε συνεννόηση µε τη Δύση, προκειµένου να εξασφαλίσει στρατιωτική βοήθεια, Οι παπικοί εκμεταλλεύτηκαν την αδυναµία των Βυζαντινών και απαίτησαν την Ένωση των Εκκλησιών, κάτι που η βυζαντινή ηγεσία δέχτηκε. Οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης αντέδρασαν και µέσα σε αυτήν την αναταραχή, χωρίστηκαν σε ενωτικούς και ανθενωτικούς. Υπό συνθήκες πολέμου, µέσα στην βυζαντινή πρωτεύουσα, ο ίδιος ο αυτοκράτορας δεχόταν σχόλια για τις επιλογές του και το έθνος ήταν διαιρεμένο. Τον Γενάρη Του 1453, κατέφθασε προς βοήθεια ο Γενοβέζος Iωάννης Ιουστινιάνης, επικεφαλής 700 ανδρών µε 2 καράβια. Έτσι η δύναμη των υπερασπιστών έφτασε τους 5000 Έλληνες και 2.000 ξένους.
Αντίστοιχα, ο Μωάμεθ έχτισε ένα νέο φρούριο κοντά στην πόλη, παραθαλάσσιο, έτσι ώστε να ελέγχει τα καράβια που θα περνούσαν από εκεί. Αυτό έμεινε γνωστό ως Ρούμελη-Ισάρ ή Κόφτης των Στενών. Μπροστά από τα τείχη της πόλης παρέταξε περιπου 150.000 στρατιώτες. Ο Μωάμεθ και οι Γενίσαροι στο Κέντρο της παράταξης µπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, οι Ανατολίτες στρατιώτες των πασάδων Ισαάκ και Μαχμούτ νότια µπροστά από την Πύλη του Τρίτου, οι Ευρωπαίοι υπό τον Καρατζά πασά από τη Χαρσία Πύλη ως τη Βλαχέρνα. Οι Τούρκοι είχαν πυροβολικό και μάλιστα εξαιρετικά µεγάλα κανόνια, Το µεγαλύτερο από αυτά το είχε κατασκευάσει ο Ουρβανός, Ούγγρος(;) μηχανικός, το οποίο προξένησε και τη µεγαλύτερη ζημιά.
Η πολιορκία ξεκίνησε στις 6 Απριλίου 1463, Μια εβδοµάδα µετά, ενώ οι πολιορκούμενοι συνέχισαν να απευθύνουν εκκλήσεις βοήθειας στη Δύση, οι πολιορκητές ενισχύθηκαν από 400 πλοία, Η πρώτη κίνηση του Μωάμεθ ήταν να χρησιµοποιήσει το πυροβολικό του, ωστόσο δεν κατάφερε τίποτα, καθώς οι βυζαντινοί επισκεύαζαν αμέσως τις τρύπες. Οι πυροβολισμοί όµως είχαν αρνητικό αντίκτυπο στους πολιορκούµενους. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν διαρκώς και ο αυτοκράτορας τριγυρνούσε στους όρόμους εµψυχώνοντας τον κόσµο.
Η στρατηγική του Μωάμεθ επικεντρωνόταν στα πιο αδύνατα σηµεία των τειχών: όσο τα κανόνια έβαλλαν τα τεράστια βλήματα (από 100 ως 750 κιλά το καθένα), µονάδες πεζικού προσπαθούσαν να παραγεµίσουν την τάφρο και λαγουμιτζήδες έσκαβαν υπόγειες διόδους προς το εσωτερικό της Πόλης. Καµιά από αυτές τις πρακτικές δεν τελεσφόρησε. Τα τείχη επισκευάζονταν γρήγορα, οι αμυνόμενοι καθάριζαν την τάφρο κατά τη διάρκεια της νύχτας και τα λαγούμια αποκαλύπτονταν και ανατινάζονταν από τους Βυζαντινούς εγκαίρως. Στις 18 Απριλίου ο Μωάμεθ διέταξε γενική επίθεση. Οι αμυνάμενοι την απέκρουσαν επιτυχώς. Την ίδια στιγµή, τα Τουρκικά πλοία δεν κατάφερναν να σπάσουν την Αλυσίδα του Κερατίου Κάλπου και να εντείνουν την πολιορκία.
Οι απανωτές ήττες στη θάλασσα εξόργισαν τον σουλτάνο. Ο Μωάμεθ έβλεπε επίσης ότι ο στρατός του αναχαπιζόταν εύκολα και βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Τότε διέταξε τα κανόνια να βάλλουν στα τείχη βολές σε σχήµα τρίγωνο και συνεχώς στο ίδιο σηµείο, έτσι ώστε η επισκευή των τειχών να µην είναι άµεσα δυνατή. Ταυτόχρονα, διέταξε την κατασκευή διόλκου για να παρακάµψει την Αλυσίδα και να βρεθεί από το Διπλοκιόνιο µέσα στον Κεράτιο κόλπο. Έτσι, 70 τουρκικά πλοία πέρασαν µέσα στον Κεράτιο κόλπο, δημιουργώντας µια πλωτή γέφυρα για τα στρατεύματα του Ζαγανού πασά. Μετά τα χερσαία τείχη, τώρα και τα θαλάσσια απειλούνταν άµεσα. Ήταν µια κίνηση-ματ για τον Πορθητή: ο Κωνσταντίνος έπρεπε Τώρα να μοιράσει τους άντρες και να αποδυναµώσει τα χερσαία τείχη. Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος ζήτησε την παράδοση της πόλης. Ο Κωνσταντίνος απάντησε: «Το δε Την πόλιν σοι δούναι, ούτ’ εµόν εστίν ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώµη Πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούµεν και ου φεισόµεθα της ζωής ημών”. Σε µια ύστατη προσπάθεια, ο αυτοκράτορας άφησε να διαδοθεί ότι έρχεται µεγάλο στράτευμα από τη Δύση, µε αποτέλεσµα ανησυχία να ξεσπάσει στο τουρκικό στρατόπεδο. Μέχρι Την Τρίτη 29 Μαΐου, τα κανόνια είχαν διανοίξει µεγάλο ρήγμα στην πλευρά της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Ο Μωάμεθ υποσχέθηκε στους στρατιώτες του. λεηλασία και λάφυρα και τους φανάτσε θρησκευτικά µε τη βοήθεια των δερβίσηδων. Οι τελικές προετοιµασίες είχαν γίνει. Οι Οθωμανοί έκαναν γενική έφοδο, ενώ οι υπερασπιστές αποφάσισαν να δώσουν την τελική μάχη. Δημιούργησαν ένα πρόχείρο προτείχισµα στο σηµείο όπου είχε πέσει το τείχος, τοποθετήθηκαν εκεί και κλείδωσαν τις πόρτες του τείχους πίσω τους, έτσι ώστε κανείς να µη δειλιάσει και φύγει. Οι Οθωμανοί ξεκίνησαν την επίθεση µε όλες τους τις δυνάµεις. Μετά από πραγµοτικά γενναία αντίσταση, ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και αποσύρθηκε. Στην άµυνα έμεινε µόνος ο Κωνσταντίνος.
Εκείνη τη στιγµή, µια οµάδα Τούρκων κατάφερε να εισχωρήσει στα Τείχη από την Κερκόπορτα, µια µικρή πόρτα στην πλευρά των Βλαχερνών, που είχε ξεχαστεί ανοιχτή. Κατάφεραν να εκµηδενίσουν την αντίσταση των υπερασπιστών και να φτάσουν ως την Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Βλέποντας τα οθωμανικά λάβαρα στηµένα στα τείχη, κάποιοι από τους υπερασπιστές άρχισαν να τρέχουν προς το εσωτερικό της Πόλης, κατευθυνόμενοι προς τον Κιονα του Μ. Κωνσταντίνου, παρασυρόµενοι από την προφητεία που έλεγε ότι όταν κάποιος εκλεκτός θα αγγίξει τον Κίονα, τότε θα έλθει ο Αρχάγγελος µε τη ροµφαία του και θα πλήξει τον εχθρό. Πίσω στην Πύλη του Ρωμανού, ο Κωνσταντίνος, έπεφτε νεκρός και ο Μωάμεθ έµπαινε νικητής στην Πόλη, παίρνοντας το προσωνύμιο «Φατίχ» (Πορθητής). Η Πόλη λεηλατήθηκε, οι κάτοικοί της έγιναν σκλαβοι, οι εκκλησιες βεβηλώθηκαν και τα λείψανα των αγίων σκορπίστηκαν στα σκυλιά. Παντού ακούγογταν θρήνοι:η Πόλις Εάλω.
Μετά την Άλωση, η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί, οι επιφανείς Βυζαντινοί άρχοντες εκτελέστηκαν και στο θρόνο του πατριάρχη ανήλθε ένας ανθενωτικός, ο Γεννάδιος Σχολάριος, για να αποτραπεί η Ένωση και η βοήθεια από τη Δύση. Εποικοι μεταφέρθηκαν από κάθε γωνιά της Ανατολίας και οι Έλληνες συρρικνώθηκαν στο Φανάρι. Το 1477 η απογραφή πληθυσμού έδειξε ότι 9.486 σπίτια κατοικούνταν από Τούρκους, 3.743 σπό Έλληνες, 1.647 από Εβραίους, 434 από Αρµένιους, 332 από Φράγκους (κυρίως Γενουάτες), 267 απο Χριστιανούς της Κριµαίας και 31 από τουργάγους. Συνολικά οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης εκείνη την εποχή υπολογίζονταν σε 80.000 άτοµα.